Μην χάσετε!
Home / Special Features / Μεθοδολογία ποσοτικής και ποιοτικής έρευνας

Μεθοδολογία ποσοτικής και ποιοτικής έρευνας

Creatividad_empresarial_g[1]

Α. Θεωρητικά στοιχεία

Η πιο διαδεδομένη μορφή εμπειρικής έρευνας, η οποία χρησιμοποιείται για ακαδημαϊκούς και επιστημονικούς σκοπούς, είναι η δειγματοληπτική έρευνα με ερωτηματολόγια ή συνεντεύξεις. Η έρευνα αυτή προσφέρει τη ταχεία και συλλογική τυποποίηση των συλλεγόμενων στοιχείων, τη δυνατότητα επαφής με μεγάλο αριθμό δείγματος, αλλά και τη μικρότερη δυνατή επένδυση χρόνου που απαιτείται από τον ερευνητή. Αν και η έρευνα γενικώς έχει διάφορες μορφές που καλύπτουν τις ανάγκες των διεξαχθεισών μελετών, η δειγματοληπτική έρευνα στην παρούσα πτυχιακή εργασία είναι επεξηγηματική, καθώς έχει ως στόχο της να εξηγήσει τις τάσεις που εμφανίζονται στα δεδομένα, να εξιχνιάσει τους αιτιακούς μηχανισμούς που τις δημιουργούν και να συμβάλει στην ανάπτυξη της γνώσης περί της λογιστικής δεοντολογίας, με την επαλήθευση ή την τροποποίηση της θεωρίας ή με την εκλέπτυνση των θεωρητικών εννοιών.

Με βάση τα παραπάνω, η δειγματοληπτική έρευνα στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόζεται ιδανικά για τη σύνδεση που μπορεί να επιφέρει ανάμεσα στην κοινωνική πραγματικότητα και την εξήγηση και την ερμηνεία της πραγματικότητας αυτής μέσα από τη θεωρία.

Μέθοδοι δειγματοληψίας

Στα πλαίσια της δειγματοληπτικής έρευνας, μπορεί να γίνει λόγος περαιτέρω για τις μεθόδους της, δηλαδή την ποιοτική και ποσοτική έρευνα. Πιο συγκεκριμένα, οι επιστημονικές έρευνες, ανάλογα με τις τιμές μέτρησης που χρησιμοποιούν στην κωδικοποίηση, ανάλυση και αξιολόγηση των δεδομένων, χωρίζονται στις δύο αυτές μεγάλες κατηγορίες.

1. Η ποσοτική μέθοδος

Η ποσοτική έρευνα, που είχε ως στόχο τη συγκέντρωση συγκεκριμένων στοιχείων για τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων και τη διαμόρφωση της κοινωνικής πολιτικής, αποδίδεται στον Charles Booth και τη διερεύνησή του σχετικά με την φτώχεια του πληθυσμού του Λονδίνου. Μέσα από τις έρευνες του Lazarsfeld για την πολιτική συμπεριφορά και του Stouffer για τον αμερικανικό στρατό, η δειγματοληπτική ποσοτική έρευνα με ερωτηματολόγια και στατιστικές μεθόδους αναδείχθηκε σε μεγάλο βαθμό ως εργαλείο συγκέντρωσης περιγραφικών στοιχείων, αλλά και ως αναλυτικό εργαλείο που γεφύρωνε την έρευνα με τη θεωρία. Τα δεδομένα των ποσοτικών ερευνών παρουσιάζονται ποσοτικά, δηλαδή με αριθμούς, οι οποίοι μπορούν να κωδικοποιηθούν, να αναλυθούν και να ερμηνευθούν με στατιστικά σχήματα, διαγράμματα και στατιστικούς δείκτες.

Στη σύγχρονη εποχή, η σύνταξη ερωτηματολογίων αποτελεί το βασικό μέσο συλλογής και ανάλυσης στοιχείων και για αυτό το λόγο, έχει μεγάλη σημασία να εφαρμόζεται με ευαισθησία στα τεχνικά όρια που τη χαρακτηρίζουν, αλλά και στις παραδοχές στις οποίες στηρίζεται.

Σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί, το ερωτηματολόγιο είναι μία μέθοδος επιστημονικής έρευνας, με την οποία ο ερευνητής μπορεί να συλλέξει τις πληροφορίες που επιθυμεί. Για αυτό το λόγο, η σύνταξη του ερωτηματολογίου πρέπει να σχετίζεται άμεσα με το θέμα της έρευνας και οι ερωτήσεις να αναφέρονται στις γνώσεις, τις προτιμήσεις, τα ενδιαφέροντα, τα συναισθήματα, τις εμπειρίες, αλλά και τις αξίες και στάσεις των ατόμων, προκειμένου να αναδειχθεί η προσωπικότητά τους και η συμπεριφορά τους σε προκαθορισμένες καταστάσεις. Επομένως, η

επιστημονική αξία του ερωτηματολογίου εξαρτάται από το συγγραφέα του, από το δείγμα του και από τους χρήστες του.

Για να συνταχθεί το ερωτηματολόγιο, απαιτούνται κάποιες βασικές προϋποθέσεις, ήτοι ο προσδιορισμός και η καταγραφή του θέματος, η μελέτη της σχετικής βιβλιογραφίας, η συγκεκριμενοποίηση των στόχων και η επισήμανση των προβλημάτων, ο προσδιορισμός του πληθυσμού και ο καθορισμός του δείγματος. Αυτό σημαίνει ότι η σύνταξη του ερωτηματολογίου συναρτάται από πολλαπλούς παράγοντες και αυτό οφείλεται στο ότι ο τύπος και η άρθρωση των ερωτήσεων ασκούν καθοριστική επίδραση στις απαντήσεις, άρα έχουν τεράστια σημασία για τα αποτελέσματα της έρευνας.

Η σύνταξη του ερωτηματολογίου απαιτεί και συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Οι παράμετροι που πρέπει να ληφθούν υπόψη αφορούν στις ερωτήσεις που πρέπει να έχουν άμεση σχέση με τους στόχους της έρευνας, να ανταποκρίνονται στο επίπεδο των υποκειμένων και να προκαλούν το ενδιαφέρον τους, να είναι σύντομες, απλές και σαφείς και να μπορούν να λάβουν προσωπικό χαρακτήρα. Οπωσδήποτε, είναι σημαντικό να μπορούν τα δεδομένα να κωδικοποιηθούν, αλλά και να αναλυθούν.

2. Η ποιοτική μέθοδος

Οι ποιοτικές έρευνες, όπως οι ιστορικές έρευνες, οι μελέτες περιπτώσεων και οι αναλύσεις περιεχομένων, διαφέρουν σημαντικά από τις προηγούμενες, γιατί τα δεδομένα τους παρουσιάζονται ποιοτικά και κατηγορικά με λεκτικά σχήματα ή σύμβολα, που κατατάσσονται σε κατηγορίες, όπως φύλο, επάγγελμα και ιδιότητα. Ορισμένες φορές, τα δεδομένα τους μπορεί να έχουν τη δυνατότητα επίσης να κωδικοποιηθούν ποσοτικά και να αναλυθούν.

Η σημαντικότερη ποιοτική μέθοδος και αυτή που αφορά άμεσα στη συγκεκριμένη εργασία είναι η συνέντευξη, στη διάρκεια της οποίας ο ερευνητής κάνει ερωτήσεις σε καθορισμένο αριθμό υποκειμένων, προκειμένου να αξιολογήσει και να διαφωτίσει μία κατάσταση που σχετίζεται με την έρευνά του. Συνήθως, ο ερευνητής έχει σημειώσει κάποιες ερωτήσεις που θα υποβάλει στο κάθε υποκείμενο, και τότε η συνέντευξη αποκαλείται δομημένη, μπορεί όμως να αφήσει το υποκείμενο ελεύθερο να εκφράσει τις σκέψεις του, αλλά πάντοτε στο πνεύμα της έρευνας, επομένως πρόκειται για μία μη δομημένη συνέντευξη.

Η ορθή διεξαγωγή της συνέντευξης απαιτεί εξίσου κάποιες προϋποθέσεις, όπως και η σύνταξη του ερωτηματολογίου. Είναι κατανοητό ότι πρώτα πρέπει να έχει καταγραφεί το θέμα, να έχει μελετηθεί η σχετική βιβλιογραφία και να έχουν καθοριστεί οι στόχοι της έρευνας. Επιπλέον, ο ερευνητής πρέπει να έχει καταλήξει στο δείγμα που θα χρησιμοποιήσει, δηλαδή στον αριθμό των ατόμων-υποκειμένων που θα χρησιμοποιήσει για τις συνεντεύξεις και να έχει έστω σημειωμένες και έτοιμες προς διατύπωση απλές, σύντομες και κατανοητές ερωτήσεις.

Σε σχέση με το ερωτηματολόγιο και γενικά με την ποσοτική μέθοδο, η συνέντευξη παρουσιάζει κάποια πλεονεκτήματα, επειδή ο ερευνητής αποκτά άμεση επαφή με το υποκείμενο και μπορεί αρκετά πιο εύκολα να διαπιστώσει τα κίνητρα, τις ιδέες και τις αντιλήψεις του υποκειμένου. Ωστόσο, στα μειονεκτήματα συγκαταλέγονται ο αναγκαστικός περιορισμός του ερευνητή σε μικρό αριθμό συνεντευξιαζόμενων, αλλά και ο κίνδυνος της μη ορθής κατανόησης από μέρους του ερευνητή των λόγων και των σκέψεων των υποκειμένων, με αποτέλεσμα να υπάρχει περαιτέρω απειλή αλλοίωσης των αποτελεσμάτων της έρευνας.

actitudrse_lh

Β. Η Μεθοδολογία της εργασίας

Με βάση την παραπάνω θεωρία, χρησιμοποιήθηκαν συγκεκριμένες μέθοδοι, οι οποίες κρίθηκαν ως οι κατάλληλες για τη διεξαγωγή της έρευνας σχετικά με τη Λογιστική Δεοντολογία. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η έρευνα αυτή είναι επεξηγηματική, επειδή έχει ως στόχο την ανάδειξη, προβολή, αιτιολόγηση και εξήγηση των αρχών της Λογιστικής Δεοντολογίας, ταυτόχρονα με τον εντοπισμό προβλημάτων και περιθωρίων βελτίωσης στη θεωρία και στην πράξη. Για αυτό το λόγο, χρησιμοποιήθηκαν συνδυαστικά η ποσοτική με την ποιοτική έρευνα, για την εύρεση λεπτομερέστερων αποτελεσμάτων. Ο συνδυασμός αυτός, που αποτελεί κοινό τόπο σε αρκετές σύγχρονες έρευνες, αποτελεί μία νέα μέθοδο, τη λεγόμενη τριγωνοποίηση, η οποία προσδιορίζεται από τη χρήση δύο ή περισσότερων μεθόδων συλλογής στοιχείων, που αποσκοπούν στη μελέτη ενός ατομικού ή κοινωνικού προβλήματος. Το αποτέλεσμα είναι να καταφέρνει ο ερευνητής να καλύπτει όλες τις πλευρές μίας ολοκληρωμένης έρευνας.

1. Η ποσοτική έρευνα

Για την ποσοτικοποίηση των δεδομένων, ως μονάδα μέτρησης ορίστηκε η «ερώτηση». Για την κατασκευή του παραγωγικού συστήματος κατηγοριών αξιοποιήθηκαν η σχετική με το περιεχόμενο της λογιστικής δεοντολογίας βιβλιογραφία, οι διάφορες νομοθεσίες που σχετίζονται με τη συμπεριφορά, τη δεοντολογία και την ηθικότητα των λογιστών του δημοσίου τομέα, καθώς και ο Κώδικας Λογιστικής Δεοντολογίας. Το γεγονός ότι το παραγωγικό σύστημα κατηγοριών προκύπτει από τη σχετική θεωρία και από θεσμικά κείμενα συμβάλλει στη διασφάλιση της εγκυρότητας.

Οι ερωτήσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο ερωτηματολόγιο ήταν κλειστού τύπου, δηλαδή με συγκεκριμένες προεπιλογές ως απαντήσεις των υποκειμένων. Οι κλειστές αυτές ερωτήσεις χωρίζονται σε δύο υποκατηγορίες, τις ερωτήσεις διχοτόμησης, δηλαδή ΝΑΙ-ΟΧΙ, και τις ερωτήσεις βεντάγιας, όπου υπάρχει κλίμακα από το 1-5 και Συμφωνώ απόλυτα-Διαφωνώ απόλυτα, από την οποία επιλέγει το υποκείμενο την απάντηση που το εκφράζει.

2. Η ποιοτική έρευνα

Σε ό, τι αφορά στην ποιοτική ανάλυση, γίνεται περιγραφική αναπαράσταση του υπό έρευνα υλικού και παρουσιάζονται χαρακτηριστικές αναφορές. Η ποιοτική ανάλυση του υλικού δίνει τη δυνατότητα αφενός να αποσαφηνιστεί και να διαφανεί το εύρος του περιεχομένου των κατηγοριών και αφετέρου να διαφανούν και πτυχές

που ίσως να μην είναι δυνατόν να ποσοτικοποιηθούν. Ως μέθοδος προσέγγισης, για τη συλλογή πληροφοριών, επιλέχθηκε συγκεκριμένα η ερευνητική συνέντευξη.

Ερευνητική συνέντευξη είναι η συνέντευξη που αποβλέπει στη συλλογή πληροφοριών χρήσιμων για μια ανειλημμένη έρευνα. Επιλέχθηκε να χρησιμοποιηθεί η δομημένη συνέντευξη. Ο τύπος αυτός συνέντευξης χαρακτηρίζεται από το ότι ο ερωτώμενος έχει πλήρη ελευθερία στον τρόπο απαντήσεων, ενώ ο ερευνητής περιορίζει στο ελάχιστο τις παρεμβάσεις του. Φροντίζει όμως να κατευθύνει τον ερωτώμενο, ώστε να μιλάει για θέματα που προδιαγράφονται από το σκοπό της έρευνας. Η ελευθερία του ερωτώμενου σημαίνει ότι μπορεί το υποκείμενο να απαντήσει όπως θέλει, αλλά όχι και να μιλήσει για οτιδήποτε. Ο ερευνητής τον επαναφέρει, με ευγενικό τρόπο, στο θέμα, αν τυχόν χρειαστεί.

Υπήρχε κατά τη συνέντευξη ένα δομημένο ερωτηματολόγιο, που εξυπηρετούσε τους σκοπούς της έρευνας, αλλά οι συνεντευξιαζόμενοι είχαν μία γενική ελευθερία απαντήσεων.

 

Σχεδιασμός συνέντευξης

Ο σχεδιασμός των συνεντεύξεων ακολούθησε τα εξής στάδια:

  1. Καθορίστηκε τι ακριβώς ήταν αυτό που έπρεπε να αναδειχθεί μέσα από τις συνεντεύξεις. Χωρίστηκε το θέμα σε επιμέρους περιοχές έρευνας και διατυπώθηκαν συγκεκριμένες υποθέσεις που αναδείκνυαν τους στόχους.
  2. Στη συνέχεια καταγράφηκαν οι σχετικές ερωτήσεις, που πρόβαλλαν το θέμα, αλλά και έδιναν τη δυνατότητα στους συνεντευξιαζόμενους να εκφραστούν ελεύθερα.
  3. Επιλέχθηκε το δείγμα.

Σύμφωνα, επομένως, με την προαναφερθείσα έρευνα και την επιλογή συγκεκριμένων μεθοδολογικών εργαλείων, μπορεί να ακολουθήσει η ανάλυση των αποτελεσμάτων της ποσοτικής και ποιοτικής έρευνας.

image003 Γράφει η Δημοσιογράφος Μαρία Σ. Άνθη

Άρθρο από το βιβλίο, «Επιστημονικές Εργασίες Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης»
Εκδόσεις. Μ. Σιδέρη,
2012. Επιστημονική επιμέλεια, Μαρία Σ. Άνθη

Σχόλια

Λάβετε ενεργά μέρος στην καθημερινή ενημέρωση του emeis, στέλνοντας φωτογραφίες, video, καταγγελία ή ένα μήνυμα στο email info@emeis.gr