Home / Special Features / Η έννοια της ανθρώπινης πραγματικότητας

Η έννοια της ανθρώπινης πραγματικότητας

Συνέντευξη με τον Δρ. Φυσικών Επιστημών,  Κωνσταντίνο Τομόπουλο

Κύριε Τομόπουλε, τι σας οδήγησε ώστε να κάνετε αυτές τις σκέψεις και να φτάσετε σ’ αυτά τα συμπεράσματα;

Το κυριότερο που οδήγησε εμένα να κάνω αυτές τις σκέψεις, είναι το γεγονός ότι στη δημιουργία ο Θεός έκανε πρώτα τον Αδάμ και μετά ήθελε να του κάνει μια παρέα να μην είναι μόνος του. Αυτό είναι η παιδική αντίληψη του πράγματος. Την Εύα δεν την έκανε για να συναλλάσσονται, θα μπορούσε να τους κάνει και να παίζουν συνέχεια. Η ουσία είναι ότι οι δύο τους έχουν διαφορετικούς στόχους.

Λοιπόν, έχουμε το εξής πρόβλημα. Όταν ο Θεός είχε κάνει κάποια στιγμή το διάβολο, παρουσιάζεται ο εωσφόρος κατά τους Έλληνες, ο σατανάς κατά τους Εβραίους. Οι Έλληνες πλησίασαν περισσότερο στην πραγματικότητα και δημιούργησαν την έννοια του διαβόλου όχι ως κακού, αλλά ως συνεργητικού αντιπάλου. Εωσφόρος είναι αυτός που φέρνει το ξημέρωμα. Τελειώνει η νύχτα μέσω του εωσφόρου ο οποίος φέρνει το φως. Αυτή είναι η ελληνική άποψη, η οποία είναι και πιο ώριμη από την άλλη την εβραϊκή, διότι ο ελληνικός πολιτισμός είναι ένας πολιτισμός στον οποίο δεν υπήρχε μόνο ή φώτιση του Θεού αλλά υπήρχε και το πνεύμα του ανθρώπου. Για να φωτίσει ο Θεός, πρέπει να έχει προηγηθεί ένα στάδιο αφυπνίσεως. Δηλαδή, να υπάρχει ένας εγκέφαλος ο οποίος να μπορεί να δημιουργεί λέξεις και από τις λέξεις να δημιουργεί νοήματα και από τα νοήματα να δημιουργεί ολοκληρωμένες απεικονίσεις της πραγματικότητας. Διότι αν δεν έχεις τα ενδιάμεσα αυτά στάδια, δεν μπορείς να διεισδύσεις στην πραγματικότητα.

Και ποια είναι αυτή η πραγματικότητα που δεν μπορούμε να διεισδύσουμε;

Είναι η έννοα της ανθρώπινης πραγματικότητας που είναι συνδεδεμένη με τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Γι’ αυτό και υπάρχουν θρησκείες, όπως είναι ο βουδισμός, οι οποίες θεωρούν ότι δεν υπάρχει τίποτα πέρα από τον ανθρώπινο εγκέφαλο ο οποίος τα δημιουργεί όλα αυτά τα πράγματα. Αν δεν υπήρχε ο εγκέφαλος να πάρει την πληροφορία από το λόγο και να τη μετατρέψει σε κάτι το οποίο να μπορεί να μπει στον εγκέφαλο και να οργανωθεί σε ένα σύστημα γνωστικό στην πρώτη φάση, δεν θα υπήρχε ο ανθρώπινος πολιτισμός. Κατόπιν, από τη φιλοσοφική σκοπιά, όταν ξεπεράσουμε τα όρια της αμέσου γνώσεως δια της πληροφορίας δια των αισθήσεων, το όριο αυτό, της έμμεσης γνώσης, ξεπερνιέται όταν ο άνθρωπος αρχίσει πλέον να έχει επαφή με το λόγο, δηλαδή άμεση γνώση, χωρίς να παρεμβάλλονται οι αισθήσεις, χρησιμοποιώντας όμως τις εμπειρίες και τις λέξεις, οι οποίες, στην πρώτη φάση, δημιουργούνται δια των αισθήσεων. Όταν φθάσει, όμως, σε ένα όριο, πρέπει να δημιουργήσει ένα καινούργιο λεξιλόγιο το οποίο θα καλύπτει το χώρο πέρα από τις αισθήσεις και το οποίο θα αναφέρεται σε πράγματα τα οποία αποτελούν ένα μέρος της δραστηριότητας του εγκεφάλου η οποία αφορά το χώρο πέραν των αισθήσεων. Το χώρο εκείνο που ο Αριστοτέλης χαρακτήρισε ως μεταφυσική. Φυσικά ο άνθρωπος δεν μπορεί να ξεφύγει εντελώς από τις αισθήσεις. Ξεκινάει από κάποια αίσθηση και γίνεται υπεραίσθηση αυτό το πράγμα, αλλά χρησιμοποιεί τις λέξεις από τις αισθήσεις για να εκφράζει πράγματα τα οποία θέλουν ένα δικό τους λεξιλόγιο, το οποίο δημιουργεί ακόμη και ο ίδιος και είναι το επιστημονικό λεξιλόγιο. Η επιστήμη, δηλαδή, είναι μια έκφραση υπερβατικής γνώσης όπως είναι και η θρησκεία. Οι δύο αυτοί κλάδοι της ανθρώπινης εγκεφαλικής δραστηριότητας, είναι ουσιαστικά οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος. Οι δύο αυτές προσεγγίσεις της αντικειμενικής πραγματικότητας, της άμεσης επικοινωνίας του ανθρώπου δια του εγκεφάλου δια τον λόγο, δεν είναι αντίθετες αλλά συμπληρωματικές.

Ποιες είναι αυτές οι δύο προσεγγίσεις που μας λέτε, οι οποίες αφορούν την αντικειμενική πραγματικότητα;

Είναι η γνώση την οποία έχουμε δια της ανακριτικής δραστηριότητας της επιστήμης και η γνώση την οποία αποκτούμε δια της αυθορμήτου ομολογίας του θείου. Αυτές είναι δύο συμπληρωματικές γνώσεις και επειδή τα όρια της γνώσεως καθορίζονται από τα όρια του λεξιλογίου που χρησιμοποιούμε, για να προχωρήσουμε στον κλάδο της επιστήμης, στον κλάδο της θεολογίας τα οποία αφορούν το λόγο και όχι τις αισθήσεις, πρέπει να δημιουργήσουμε καινούργιο λεξιλόγιο και για τη θρησκεία και για την επιστήμη. Αυτά τα δύο συμπληρώματα του ανθρώπου είναι στην ουσία αυτό το οποίο είναι ο άνθρωπος γιατί όταν έχει αυτά τα δύο συμπληρώματα, μπορεί να κερδίσει τις δύο αυτές δυνατότητες της δημιουργίας, λέξεων, λεξιλογίων και εννοιών. Αν δεν μπορεί να επιτύχει αυτά τα πράγματα είναι καταδικασμένος να ζήσει με την εμπειρία της καθημερινότητας. Από την κοινωνία στην οποία ζούμε σήμερα που είναι μια προοδευμένη κοινωνία, το πολύ, ένα 10% των ανθρώπων ξεφεύγουν από την εμπειρία της καθημερινότητας και αναζητούν μιαν άλλη εμπειρία και μόλις 1% επιτυγχάνει το στόχο του, ή τουλάχιστον ικανοποιείται με την προσπάθειά του.

Αυτήν την άλλη εμπειρία πώς τη λέμε;

Τη λέμε θρησκευτική εμπειρία, αλλά υπάρχει και η εμπειρία που δεν είναι στο λεξιλόγιο των αισθήσεων αλλά έχει φτιάξει ένα δικό της λεξιλόγιο, και αυτό λέγεται επιστημονικό. Ξέρουμε για τον εγκέφαλο και ως φυσιολόγοι και ανατόμοι βλέπουμε από τι αποτελείται. Ο εγκέφαλος δεν αποτελείται μόνο από αυτά τα πράγματα τα οποία βλέπουμε, έχει μέσα αποταμιευμένα πράγματα σε μια μορφή την οποία εμείς δεν μπορούμε –με την έννοια της χημείας ή της φυσιολογίας– να τη βρούμε. Δεν μπορούμε ακόμη να την αντιμετωπίσουμε εμπειρικά.

Με ποιο τρόπο μπορούμε να προσεγγίσουμε αυτή τη μορφή, εφόσον εξακολουθεί να μας λείπει το λεξιλόγιο;

Με μια έννοια υπερβατική, όταν η θρησκεία και η επιστήμη συναντώνται την ώρα που ασχολούνται με το λόγο. Δηλαδή είναι εκείνο το ‘κάτι’ το οποίο υπάρχει πέρα από τις δυνατότητες τις οποίες μας παρέχει η επαρκής για την καθημερινότητα γνώση.

Κύριε Τομόπουλε, αυτό το ‘κάτι’ πώς ονομάζεται;

Αυτό το ‘κάτι’ είναι εκείνο το οποίο σε όλους τους πολιτισμούς το ονόμαζαν υπερβατική γνώση, η οποία δεν ανήκει εκ φύσεως στον εγκέφαλό μας, αλλά έρχεται στον εγκέφαλό μας από κάποια πηγή η οποία υπάρχει ανεξάρτητα από τη δική μας θέληση και τη δική μας εμπειρία. Και αυτή η πηγή είναι το πρόβλημα το οποίο με απασχόλησε, γιατί ήξερα ότι επικοινωνεί δια των δονήσεων. Έπρεπε να βρω τι είναι αυτό το κοινό το οποίο υπάρχει στη δόνηση του αέρα που είναι η μουσική, με τη δόνηση του αιθέρα που εκφράζει το Θεό μέσα μας. Γεγονός το οποίο εκφράζεται με την αποδοχή της ύπαρξης του Θεού, την οποία η επιστήμη ονομάζει αιθέρα. Η έννοια του αιθέρα υπήρχε, αλλά ο καθένας εννοούσε κάτι άλλο. Στην ουσία, για μένα, ο αιθέρας είναι η ενσυνείδητη οντότητα την οποία ονομάζουμε Θεό και ο οποίος δημιούργησε το σύμπαν. Η διαφορά αυτή μεταξύ της θρησκείας και των επιστημών που ασχολούνται με την εισαγωγή του λόγου ή τη σύνδεση με την ανθρώπινη συνείδηση, είναι η συνειδητότητα του λόγου, η οποία είναι μια δόνηση, και η ανθρώπινη συνείδηση είναι και αυτή μια δόνηση των υλικών μορίων από τα οποία αποτελείται ο εγκέφαλος. Η δόνηση αυτή είναι αρμονική της δονήσεως του αιθέρα διότι ο αιθέρας έχει εντελώς διαφορετικά μήκη κύματος από εκείνες τις συχνότητες τις οποίες έχει η δόνηση του εγκεφάλου.

 


Μαρία Σ. Άνθη ΔημοσιογράφοςΣυγγραφέας
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ – Ο ΑΙΘΕΡΑΣ ΘΕΟΣ.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΛΕΞΙΤΥΠΟΝ. ΑΘΗΝΑ 2015

Σχόλια

Λάβετε ενεργά μέρος στην καθημερινή ενημέρωση του emeis, στέλνοντας φωτογραφίες, video, καταγγελία ή ένα μήνυμα στο email [email protected]